«D - Disability & Accessibility»
Πώς ορίζετε την έννοια της «προσβασιμότητας» στη σύγχρονη κοινωνία και ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, η σχέση της με τη συμπερίληψη;
Η προσβασιμότητα είναι θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα και απαραίτητη προϋπόθεση για την ισότιμη συμμετοχή όλων των ανθρώπων στη δημόσια και κοινωνική ζωή, και σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί πολυτέλεια ούτε προαιρετική παροχή. Προϋποθέτει ότι κάθε άνθρωπος πρέπει να έχει ίση πρόσβαση σε αγαθά, υπηρεσίες, πληροφορίες, χώρους και ευκαιρίες. Για να γίνει αυτό πραγματικότητα, απαιτείται η διασφάλιση της «αλυσίδας προσβασιμότητας», από την ιδιωτική κατοικία έως τις υποδομές, τα συστήματα μετακίνησης και τις παρεχόμενες υπηρεσίες.
Για τα άτομα με αναπηρία, χρόνιες ή/και σπάνιες παθήσεις, η προσβασιμότητα δεν αποτελεί μόνο αυτοτελές δικαίωμα αλλά και βασικό μοχλό και καταλύτη για την πραγμάτωση όλων των δικαιωμάτων τους, όπως αυτά κατοχυρώνονται από τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες.[1] Χωρίς προσβάσιμες κτιριακές υποδομές, μεταφορές, ψηφιακά περιβάλλοντα και μέσα επικοινωνίας, η ισότιμη συμμετοχή στην εκπαίδευση, στην εργασία, και στην κοινωνική ζωή παραμένει περιορισμένη, οδηγώντας σε διακρίσεις και κοινωνικό αποκλεισμό.[2]
Η προσβασιμότητα, επομένως, αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη συμπερίληψη και θεμέλιο λίθο για την οικοδόμηση μιας κοινωνίας δικαιωμάτων, που αναγνωρίζει την αξία κάθε πολίτη και παρέχει σε όλους τη δυνατότητα να ζουν ισότιμα, ανεξάρτητα και με αξιοπρέπεια.
Σε ποιο βαθμό οι οργανισμοί στην Ελλάδα έχουν προχωρήσει σε ουσιαστικές πολιτικές και πρακτικές για την ένταξη των ατόμων με αναπηρία στο εργασιακό περιβάλλον;
Οι οργανισμοί στην Ελλάδα, ιδιαίτερα ο ιδιωτικός τομέας, δεν έχουν προχωρήσει ακόμη στην υιοθέτηση ουσιαστικών πολιτικών και πρακτικών για τη συμπερίληψη των ατόμων με αναπηρία στο εργασιακό περιβάλλον. Αν και υπάρχει θεσμικό πλαίσιο που κατοχυρώνει το δικαίωμα των ατόμων με αναπηρία στην εργασία -όπως το Σύνταγμα της Ελλάδας (άρθρο 21, παρ. 6), ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ (άρθρο 26) και η Σύμβαση των ΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες (άρθρο 27)- στην πράξη δεν εφαρμόζεται.
Η έλλειψη ουσιαστικών πολιτικών αποτυπώνεται στα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία. Σύμφωνα με την Έρευνα Εργατικού Δυναμικού (2022), το ποσοστό των ατόμων με αναπηρία ηλικίας 20-64 ετών που συμμετέχουν στο εργατικό δυναμικό ανέρχεται μόλις στο 23,8% έναντι του 77,7% του πληθυσμού χωρίς αναπηρία. Το ποσοστό απασχόλησης των ατόμων με σοβαρή αναπηρία στην ίδια ηλικιακή ομάδα φτάνει μόλις στο 18,4% όταν για τα άτομα χωρίς αναπηρία ανέρχεται σε 68,2%. Το χάσμα απασχόλησης, που αγγίζει τις 50 ποσοστιαίες μονάδες, αποτυπώνει το μέγεθος του αποκλεισμού που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τα άτομα με αναπηρία ως προς την πρόσβασή τους στην αγορά εργασίας,[3] τοποθετώντας την Ελλάδα ανάμεσα στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τα χαμηλότερα ποσοστά απασχόλησης.[4] Επιπλέον, το 2024, ένας στους δύο πολίτες με αναπηρία 16-64 ετών ζει σε συνθήκες φτώχειας ή/και κοινωνικού αποκλεισμού, ενώ η μείωση της φτώχειας στην ίδια ομάδα, είναι μόλις 5,3 μονάδες, κατατάσσοντας τη χώρα στην τελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.[5]
Παρότι υπάρχει πληθώρα νομοθετικών ρυθμίσεων, αυτές στην πράξη δεν εφαρμόζονται. Ενδεικτικό παράδειγμα ο ν. 2643/1998 (σύστημα ποσόστωσης) που προβλέπει την απασχόληση των ατόμων με αναπηρία σε προστατευμένες θέσεις στον ιδιωτικό τομέα, ο οποίος, ωστόσο, στην πράξη δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Η αναμόρφωση και ο εκσυγχρονισμός του αποτελούν επιτακτική ανάγκη, καθώς πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία διευκόλυνσης της πρόσβασης των ατόμων με αναπηρία στην αγορά εργασίας. Πρόκειται, άλλωστε, για διαχρονικό αίτημα της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ατόμων με Αναπηρία (Ε.Σ.Α.μεΑ.), ήδη από την περίοδο πριν το ξέσπασμα κοινωνικοοικονομικής κρίσης του 2010.
Παρότι η Ελλάδα έχει θεσμικά κατοχυρώσει το δικαίωμα των ατόμων με αναπηρία στην εργασία, η πραγματικότητα παραμένει διαφορετική. Η εφαρμοστική νομοθεσία εξακολουθεί να είναι αποσπασματική και αλυσιτελής, με αποτέλεσμα η ουσιαστική συμπερίληψη των ατόμων με αναπηρία, χρόνιες ή/και σπάνιες παθήσεις να μη έχει ακόμη καταστεί χειροπιαστή πραγματικότητα.
Ποια θεωρείτε ότι είναι τα βασικά εμπόδια που εξακολουθούν να περιορίζουν την πρόσβαση και τη συμμετοχή, και πώς μπορούν να αρθούν στην πράξη;
Τα βασικά εμπόδια που εξακολουθούν να περιορίζουν την πρόσβαση και τη συμμετοχή των ατόμων με αναπηρία σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής δεν είναι μόνο υλικοτεχνικά, αλλά κυρίως θεσμικά, εκπαιδευτικά και βαθιά κοινωνικά, καθώς πηγάζουν από τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την αναπηρία, τη συμμετοχή και την ισότητα. Η πηγή αυτών των εμποδίων βρίσκεται στο υφιστάμενο εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο εξακολουθεί να παραμένει μη συμπεριληπτικό σε όλα του τα επίπεδα. Επιπρόσθετα, μη συμπεριληπτική παραμένει και η μη τυπική επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση, καθώς και η διά βίου εκπαίδευση. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα δεν προετοιμάζει τους αυριανούς πολίτες να αναγνωρίζουν και να σέβονται την ποικιλομορφία και τη διαφορετικότητα, ούτε εξοπλίζει τα άτομα με αναπηρία με τις απαραίτητες δεξιότητες ώστε να μπορούν να ανταποκρίνονται αποτελεσματικά στις απαιτήσεις της σύγχρονης αγοράς εργασίας και να συμμετέχουν ισότιμα σε αυτήν.
Στην εποχή της ψηφιακής και πράσινης μετάβασης, είναι απαραίτητη μία νέα προσέγγιση που θα βασίζεται στο τρίπτυχο «skilling - upskilling - reskilling», δηλαδή στην απόκτηση, αναβάθμιση και ανάπτυξη νέων δεξιοτήτων, με προγράμματα κατάρτισης, τεχνολογίες και υποστηρικτικές υπηρεσίες πλήρως προσβάσιμες στα άτομα με αναπηρία, έτσι ώστε οι επαγγελματικές δεξιότητες των ατόμων με αναπηρία να συγκλίνουν με εκείνες του γενικού πληθυσμού. Το ζήτημα της ισότιμης συμμετοχής των ατόμων με αναπηρία δεν περιορίζεται μόνο στην εκπαίδευση και την εργασία. Αφορά κάθε πτυχή της ζωής, όπως τη συμμετοχή στον πολιτισμό, την ψυχαγωγία, την κοινωνική και προσωπική ζωή.
Η άρση των εμποδίων απαιτεί αλλαγή παραδείγματος: να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε την αναπηρία ως ατομικό πρόβλημα αλλά να την αναγνωρίσουμε ως ζήτημα δικαιωμάτων και κοινωνικής δικαιοσύνης. Επιπρόσθετα, απαιτείται μια συνεκτική και ολοκληρωμένη προσέγγιση που να συνδυάζει την καθολική προσβασιμότητα, την εκπαίδευση χωρίς αποκλεισμούς και την ενεργό συμμετοχή των οργανώσεων των ατόμων με αναπηρία, χρόνιες ή/και σπάνιες παθήσεις στο σχεδιασμό και την αξιολόγηση όλων των πολιτικών.
Ποιον ρόλο μπορούν να διαδραματίσουν οι ηγεσίες (πολιτικές και επιχειρηματικές) στη διαμόρφωση ενός πραγματικά προσβάσιμου περιβάλλοντος;
Οι ηγεσίες έχουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση ενός πραγματικά προσβάσιμου και συμπεριληπτικού περιβάλλοντος. Ωστόσο, καθεμία φέρει διαφορετικές ευθύνες και πεδία παρέμβασης. Συγκεκριμένα, οι πολιτικές ηγεσίες, έχοντας τη λαϊκή εντολή, φέρουν την πρωταρχική ευθύνη να λειτουργούν στο πλαίσιο του δικαίου που έχει θεσπιστεί: στο πλαίσιο του Συντάγματος, των διεθνών και ευρωπαϊκών δεσμεύσεων της χώρας, και φυσικά της Σύμβασης, η οποία και κατέχει προεξάρχουσα θέση στην εθνική έννομη τάξη. Οι πολιτικές ηγεσίες έχουν τη θεσμική και ηθική υποχρέωση να διασφαλίζουν την πλήρη εφαρμογή της ίσης μεταχείρισης και της ισότιμης συμμετοχής, η οποία όμως δεν είναι εφικτή χωρίς τη διασφάλιση της προσβασιμότητας, καθώς αυτή αποτελεί το βασικότερο εργαλείο για την πραγμάτωσή τους. Παράλληλα, οφείλουν κατά την χάραξη των πολιτικών να συνεργάζονται και να διαβουλεύονται συνεχώς με την Ε.Σ.Α.μεΑ. και τις οργανώσεις των ατόμων με αναπηρία, χρόνιες ή/και σπάνιες παθήσεις, όπως ρητά προβλέπεται στο άρθρο 4.3 της Σύμβασης, προκειμένου η φωνή τους να ακούγεται και να λαμβάνεται υπόψη σε όλα τα ζητήματα που τα αφορούν.
Οι επιχειρηματικές ηγεσίες, όπως και οι κοινωνικοί και οικονομικοί φορείς καθώς και η Εκκλησία της χώρας, οφείλουν να υιοθετούν τη δικαιωματική προσέγγιση της αναπηρίας, που κατοχυρώθηκε με τη Σύμβαση, ώστε η προσβασιμότητα και η μη διάκριση να αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της της καθημερινής τους πρακτικής. Είτε πρόκειται για εργαζόμενους είτε για πελάτες με αναπηρία, οι οργανισμοί και οι επιχειρήσεις οφείλουν να διαμορφώνουν συνθήκες ισότητας, πλήρως προσβάσιμους χώρους και υπηρεσίες, καθώς και ευκαιρίες συμμετοχής χωρίς αποκλεισμούς.
Πώς βλέπετε να εξελίσσεται η συζήτηση γύρω από την αναπηρία σε ευρωπαϊκό επίπεδο;
Η συζήτηση για την αναπηρία σε ευρωπαϊκό επίπεδο βρίσκεται σήμερα σε ένα κρίσιμο σημείο. Παρά τις δεσμεύσεις των κρατών-μελών απέναντι στη Σύμβαση, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις ιδρυματικές μορφές φροντίδας. Σήμερα, περισσότερα από 1,5 εκατομμύριο άτομα με αναπηρία εξακολουθούν να ζουν σε ιδρυματικές δομές, και σε αρκετές χώρες ο αριθμός αυτός, αντί να μειώνεται, αυξάνεται. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι πολιτικές που καθιστούν εφικτή την ανεξάρτητη διαβίωση παραμένουν υποχρηματοδοτούμενες, αποσπασματικές ή απουσιάζουν εντελώς.
Η έλλειψη προσβάσιμης και οικονομικά προσιτής στέγασης, η ανεπάρκεια υπηρεσιών προσωπικής υποστήριξης και η υποβάθμιση των κοινοτικών υπηρεσιών αποκλείουν χιλιάδες ανθρώπους από την κοινότητα. Όταν δεν υπάρχουν οι αναγκαίες υποδομές για να ζεις στην κοινότητα, τότε το ίδρυμα εμφανίζεται ως η «εύκολη» λύση, η οποία, όμως, είναι λανθασμένη και αντίθετη με τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Παρά τις δυσκολίες, υπάρχουν σημάδια προόδου. Η ενίσχυση της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία 2021-2030, οι συζητήσεις για τον επόμενο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό και οι παρεμβάσεις σχετικά με την προσιτή στέγαση ανοίγουν ένα παράθυρο ευκαιρίας. Η Ευρώπη οφείλει να θέσει ξεκάθαρη προτεραιότητα: να επενδύσει στις υπηρεσίες υποστήριξης στην κοινότητα και στην προσβάσιμη κατοικία, αποτρέποντας παράλληλα κάθε χρηματοδότηση που αναπαράγει ιδρυματικές πρακτικές του παρελθόντος.
Αν η Ευρώπη θέλει πραγματικά να είναι χωρίς αποκλεισμούς, η ανεξάρτητη διαβίωση πρέπει να αναγνωριστεί όχι μόνο ως θεμελιώδες δικαίωμα αλλά και ως βασική πολιτική επιλογή, διαμορφωμένη με τη συμμετοχή των ίδιων των ατόμων με αναπηρία και των οργανώσεών τους.
Ποιο μήνυμα θα θέλατε να στείλετε στους οργανισμούς που επιδιώκουν να είναι πραγματικά συμπεριληπτικοί;
Η προσβασιμότητα δεν είναι προνόμιο, ούτε πράξη καλής θέλησης. Είναι θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα. Όταν ένας χώρος, μία υπηρεσία ή μία διαδικασία δεν είναι προσβάσιμη, τότε το άτομο με αναπηρία αποκλείεται. Αν ένας οργανισμός θέλει πραγματικά να είναι συμπεριληπτικός, τότε οφείλει να διασφαλίζει την προσβασιμότητα σε κάθε πτυχή της λειτουργίας του -από τον σχεδιασμό των πολιτικών και των υποδομών έως την καθημερινή εξυπηρέτηση και επικοινωνία του με το κοινό. Η συμπερίληψη δεν επιτυγχάνεται με αποσπασματικές κινήσεις, αλλά με σταθερή δέσμευση, συνέπεια και αλλαγή νοοτροπίας. Και αυτή η αλλαγή θα επέλθει μόνο μέσα από τη στενή συνεργασία και ουσιαστική διαβούλευσή τους με την Ε.Σ.Α.μεΑ. και τις οργανώσεις των ατόμων με αναπηρία. Μόνο έτσι μπορούν να διαμορφωθούν λύσεις που ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες των ατόμων με αναπηρία, χρόνιες ή/και σπάνιες παθήσεις διασφαλίζοντας ότι κανένας δεν θα μείνει πίσω.
[1] European Economic and Social Committee. (2014). Opinion of the European Economic and Social Committee on “Accessibility as a human right” (Own-initiative opinion) (2013/C 341/04). Official Journal of the European Union, C 341, 19–24.
[2] Committee on the Rights of Persons with Disabilities (2014). General Comment 2. “Article 9: Accessibility”.
[3] Παρατηρητήριο Θεμάτων Αναπηρίας (2023). 14ο Δελτίο του Παρατηρητηρίου της Ε.Σ.Α.μεΑ. Στοιχεία σοκ για την απασχόληση των ατόμων με αναπηρία: εκτός εργατικού δυναμικού η συντριπτική πλειονότητα!
[4] European Disability Forum (2023). 7th Human Rights Report. The Right to Work. The employment situation of persons with disabilities in Europe.
[5] Παρατηρητήριο Θεμάτων Αναπηρίας (2025). Το τετράπτυχο της περιθωριοποίησης των ατόμων με αναπηρία στην Ελλάδα. 2ο Δελτίο