(Αρ. πρωτ. 501)
Ι. Βαρδακαστάνης: Η κοινωνική συμπερίληψη και οι φιλικές προς την οικογένεια πολιτικές για την αναπηρία δεν αφορούν μόνο στην αναπηρία, αλλά και στο είδος των κοινωνιών στις οποίες θέλουμε να ζούμε. Κοινωνίες που εκτιμούν την αυτονομία, τη συμμετοχή και την αξιοπρέπεια για όλους.
Για τις οικογένειες των ατόμων με αναπηρία και τη σημασία των δημόσιων πολιτικών για την υποστήριξη της πλήρους κοινωνικής συμπερίληψής τους, μίλησε ο πρόεδρος της Ε.Σ.Α.μεΑ. Ιωάννης Βαρδακαστάνης, ως πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Ατόμων με Αναπηρία (EDF), στη συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβούλιου της Ευρώπης .για την έκθεση «Προς μια φιλική προς την οικογένεια Ευρώπη: συστάσεις πολιτικής για τη δημογραφική ανανέωση». Εισηγητής της έκθεσης είναι ο κ. Γ. Σταμάτης, μέλος της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης (PACE) και η συνεδρίαση πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 23 Απριλίου.
Μεταξύ άλλων ο κ. Βαρ5ακαστάνης τόνισε (ολόκληρη η ομιλία επισυνάπτεται):
«Μια απλή αλλά ισχυρή ιδέα: η πλήρης κοινωνική συμπερίληψη των ατόμων με αναπηρία δεν είναι εφικτή χωρίς ισχυρές δημόσιες πολιτικές, βασισμένες στα δικαιώματα, που στηρίζουν τις οικογένειες και την ζωή στην κοινότητα.
Σε ολόκληρη την Ευρώπη, περισσότεροι από ένας στους τέσσερις ανθρώπους ζουν με κάποια αναπηρία. Η αναπηρία αποτελεί μέρος της ανθρώπινης φύσης. Ωστόσο, πολύ συχνά, τα άτομα με αναπηρία εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται ως παθητικοί αποδέκτες φροντίδας και όχι ως κάτοχοι δικαιωμάτων, μέλη οικογένειας, γονείς, παιδιά, εργαζόμενοι, γείτονες.
(…)Συχνά ζητείται από τις οικογένειες των ατόμων με αναπηρία να καλύψουν τα κενά που αφήνουν οι ανεπαρκείς δημόσιες υπηρεσίες. Οι γονείς αναγκάζονται να μειώσουν ή να εγκαταλείψουν την εργασία τους. Τα αδέλφια αναλαμβάνουν τον ρόλο των άτυπων φροντιστών. Οι γυναίκες εξακολουθούν να επωμίζονται ένα δυσανάλογο μερίδιο της μη αμειβόμενης φροντίδας, με μακροπρόθεσμες συνέπειες για το εισόδημα, τη σύνταξή τους και την υγεία τους. Αυτό δεν είναι αναπόφευκτο. Είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών.
Όταν οι δημόσιες πολιτικές δεν παρέχουν προσβάσιμες υπηρεσίες, εκπαίδευση χωρίς αποκλεισμούς, οικονομικά προσιτή υποστήριξη και επαρκή προστασία του εισοδήματος, οι οικογένειες οδηγούνται σε κατάσταση κρίσης. Όταν οι πολιτικές είναι χωρίς αποκλεισμούς και φιλικές προς την οικογένεια, ωφελούνται όλοι: τα άτομα με αναπηρία, οι οικογένειές τους και η κοινωνία στο σύνολό της(…).
Τα παιδιά με αναπηρία έχουν το δικαίωμα να μεγαλώνουν μέσα στις οικογένειες και τις κοινότητές τους, και όχι σε ιδρυματικά περιβάλλοντα. Αυτό σημαίνει επένδυση στην εκπαίδευση της πρώιμης παιδικής ηλικίας χωρίς αποκλεισμούς, σε σχολεία χωρίς αποκλεισμούς και σε υπηρεσίες υποστήριξης των οικογενειών που αποτρέπουν εξ αρχής τον εγκλεισμό σε ιδρύματα. Ο διαχωρισμός δεν πρέπει ποτέ να αποτελεί το τίμημα της αναπηρίας ενός παιδιού.
Οι πολιτικές που ευνοούν την οικογένεια πρέπει επίσης να αναγνωρίζουν την ποικιλομορφία των οικογενειών. Τα άτομα με αναπηρία είναι γονείς. Είναι σύντροφοι. Έχουν το δικαίωμα να δημιουργούν οικογένειες και να λαμβάνουν υποστήριξη στην ανατροφή των παιδιών τους, χωρίς διακρίσεις, στιγματισμό ή παρεμβατικό έλεγχο. Πολύ συχνά, οι γονείς με αναπηρία αντιμετωπίζουν εμπόδια που δεν αντιμετωπίζουν οι άλλοι: μη προσβάσιμες υπηρεσίες μητρότητας, έλλειψη προσαρμοσμένης υποστήριξης για τη γονική μέριμνα ή ακόμη και αμφισβήτηση του ίδιου του δικαιώματός τους να είναι γονείς. Αυτό αποτελεί παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και πρέπει να αντιμετωπιστεί μέσω στοχευμένων, χωρίς αποκλεισμούς δημόσιων πολιτικών (…).
Το Συμβούλιο της Ευρώπης έχει να διαδραματίσει έναν μοναδικό ρόλο σε αυτό το πλαίσιο. Μέσω του πλαισίου για τα ανθρώπινα δικαιώματα, των φορέων παρακολούθησης και του έργου του στον τομέα της τυποποίησης, μπορεί να συμβάλει ώστε η οικογενειακή ζωή, η κοινωνική συμπερίληψη και τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία να αντιμετωπίζονται ως αδιαχώριστα.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε μια εποχή που παρατηρούμε ανησυχητικές τάσεις: αύξηση του κόστους διαβίωσης, πίεση στις κοινωνικές υπηρεσίες, ανανεωμένες συζητήσεις σχετικά με διαχωριστικές θεσμικές λύσεις και προσπάθειες να περιοριστούν δικαιώματα που αποκτήθηκαν με κόπο, στο όνομα της λιτότητας, της ανταγωνιστικότητας ή της απλοποίησης».